Κεντρική σελίδα | Χάρτης ιστοτόπου
Βιβλιοπωλείο
Σχετικά
Επικοινωνία
Γενικές κατηγορίες
Βιβλία για τη Μάνη
Εξαντλημένα βιβλία για τη Μάνη
Ξενόγλωσσα βιβλία για τη Μάνη
Κατηγορίες Τίτλων
Αρχαιολογία
Διάφορα
Έρευνα
Θέατρο
Ιστορία
Λαογραφία
Λεύκωμα
Λογοτεχνία
Μαγειρική
Μελέτη
Μυθιστόρημα
Ποίηση
Ταξίδια - Οδοιπορικά
Cd
Κασσέτες
Σημαίες
Ταινίες Dvd
Αλφαβητική Λίστα
Τίτλων
Συγγραφέων
Αναζήτηση
Τίτλος
Συγγραφέας
 
Διάφορα
 

ΕΛΛΗΝΟΒΙΒΛΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ Δ. ΚΑΣΣΗΣ

Στον τόπο που γεννήθηκα οι μνήμες του χρόνου ήταν ανέγγιχτες για πολλούς αιώνες. Τώρα, τα τελευταία τριάντα χρόνια, δεν είναι δυνατή η ανασύσταση της διάλυσής τους. Τότε, οι ψυχές, τα πνεύματα, η ζωή, η κοινωνία ήταν αδιατάραχτες. Το ίδιο και η αίσθηση της ζωής και η γνώση της αρχαίας εμπειρίας.
Τώρα εισέβαλλαν: τεχνολογία, αυτοκινητόδρομοι, ηλεκτρικός φωτισμός, τηλέφωνα, καταμερισμός κοινωνικός και ταξικές οικονομικές διακρίσεις, υπολογισμοί πεζοί, που οικοδομούνται πέρα από κάθε ποίηση, υψηλοφροσύνη, αλτρουισμό, ηρωισμό, αφιλοκέρδεια, αυταπάρνηση. Μπολιαστήκανε όλα από την αίσθηση, σκέψη και ρυθμό της πόλης: υστεροβουλία, αλληλοεκμετάλλευση, κενός εγωισμός. Μπολιαστήκανε στην ψυχή, στο πνεύμα, στην κοινωνία. Το καθαρότατο ελληνικό πνεύμα, κεκρυμμένο, τον αρχέγονον ακραίο τόπο του, εκτοπίστηκε στο πέλαγος, απρόσμενο από τους άλλους. Το Ταίναρο ήταν ένα πανάρχαιο ανοιχτό βιβλίο. Μα δεν μπορούσε ούτε ντόπιος - οποιουδήποτε να το διαβάσει. Εκεί βρέθηκα στις αρχές της άνοιξης του 46. Η μάννα μου τότε με γέννησε, ολομόναχη. Με μια πέτρα έκοψε τον ομφάλιο λώρο. Την πρώτη μου βραδυά και ένα μήνα ακόμα την έζησα σε μια σπηλιά. Στους πέντε-έξι μήνες άρχισα να μιλώ και να περπατώ. Νωρίς έμαθα να διαλέγω τ' άγρια χόρτα του βουνού που με θρέψανε. Οι πρώτες μου μνήμες αρχίζουν από λίγο μετά. Θυμάμαι καλά τον παππού μου όταν ζούσε... Πέθανε στις αρχές τού ‘48. Τεσσάρω χρονώ ήμουνα... μεγάλος Έγραφα σε πέτρες διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου ζωγράφιζα σε προοπτική- σχέδια με ανθρώπους, έγραφα στιχουργήματα. Οι γέροντες των χωριών του περίγυρου τού Ταινάρου με γνώριζαν με αγαπούσαν για τις πρώιμες γνώσεις και ικανότητες, με μακάριζαν, με καμάρωναν. Συχνά άκουγα. Εσύ που θα γενείς μεγάλος άνθρωπος, να κάμεις ετούτο... η να κάμεις το άλλο . Ένοιωθα σαν ταμένος απ αυτούς, για αυτούς. Σαν υπόλογος- απέναντί τους.. Ακόμα το νοιώθω.  Και μ’ αυτή την αίσθηση θα φύγω. Νιώθοντας ίσως ότι πέτυχα πολύ λιγώτερα απ’ ότι και κείνοι και εγώ περίμενα. Μισόγυμνα και ξυπόλυτα παιδάκια πηγαίναμε στο σχολείο, για τα ζώα, στο κυνήγι, στο ψάρεμα, στη λειάδα, στο αλατσόλαιμα..
Δέκα χρονώ δεν έκανα ορθογραφικό λάθος.. Σχεδίαζα πολύ καλά.. Η μνήμη μου ήταν εκπληκτική στο να φωτογραφίζει σκηνές και καταστάσεις Έτσι θυμόμουνα πρόσωπα και τα ζωγράφιζα από μνήμης από την στιγμή έως πολύ αργότερα που είχαν πεθάνει. Από την σκληρή άσκηση στον σκληρό εκείνο τόπο είχαμε όλοι εξαιρετική ευλυγισία, δύναμη και άλκη...
H εφηβεία με βρήκε προικισμένο με πολλές ικανότητες. Και πιο πολύ την αίσθηση υπεροχής από συνομήλικους σε πάμπολλα σωματικά χαρίσματα, τρέξιμο, πήδημα, λιθάρι αλλά και πνευματικά και ψυχικά. Το σπουδαιότερο: εκείνο το φως μέσα μου πού ένοιωθα να ξεχύνεται προς τα έξω και να με καταυγάζει Αυτό καθρεφτιζόταν και στο πρόσωπό μου ως πρόσφατα.
Oι ενοράσεις μου, τα οράματά μου, η δύναμη ψυχής, η άσκησή της, με έκαναν να νοιώθω υπερβάλλουσες δυνάμεις. Είχα την αίσθηση ότι δεν υπήρχε κάτι που δεν μπορώ να κάνω. Το ότι πετούσα το ένοιωθα τόσο συχνά που ακόμα δεν γνωρίζω αν πετούσα στον ύπνο μου ή στο ξύπνιο μου. δηλαδή αν το ονειρευόμουν ή αν πετούσα πραγματικά στη ζωή μου. Άλλωστε ακόμα έχω την αίσθηση ότι σε όλη την νεότητά μου πετούσα από βουνό σε βουνό, από πύργο σε πύργο. Ακόμα το νοιώθω συχνά αν και όχι πια τόσο. Ένοιωθα συχνά ότι ήμουν έξω από τo σώμα μου, το παρατηρούσα ανάμεσα σε άλλους σαν τρίτος. Αυτό είχε συνέπεια να έχω περίεργη αυτοσυνείδηση. Πχ όταν ο παππούς μου μου μιλούσε, σαν ήμουν μικρό νήπιο εγώ, σχεδόν βρέφος, θυμάμαι καθαρά πως ήμασταν εγώ κι αυτός σαν να παρατηρούσα τον εαυτό μου: Ήμασταν ολομόναχοι τέλος του 1947. Εγώ μ' ένα βρακάκι γαλαζωπό καθισμένο σ' ένα σκαμνάκι. Κι αυτός, με άγρια πρασινογάλαζα μάτια, απελπισμένος που ένοιωθε εγκαταλελειμμένος απ όλους, λόγω του εμφυλίου και έχοντας ελάχιστη θαλπωρή στα γεράματά του. Ήμουν το παιδί-θαύμα για τους δασκάλους μου. Αυτοί έρχονταν από άλλα μέρη. Ακόμα με θυμούνται, τώρα ογδοντάρηδες, όσους ξαναβρήκα.
Πρωτοπήγα δια θαλάσσης το 1954 στον Πειραιά. Πρωτοείδα αυτοκίνητα και ίσιο τόπο με αμέτρητα σπίτια. Έμεινα μια βδομάδα. Δεν μου άρεσε η πόλη. Ξαναπήγα στο Γυμνάσιο στα δώδεκα χρόνια μου. Έζησα εκεί χωρίς τoυς γονείς μου. Και στο Ταίναρο δεν τους έβλεπα πολύ. Τον πατέρα μου γνώρισα για πρώτη φορά έξι χρονώ, γιατί έλειπε στον Πειραιά λόγω του εμφυλίου: Δεν έμεινε στη Μάνη μην μπλέξει. Ξαναγύρισε το 1952. Τη μάννα μου, επίσης δεν την έβλεπα έτσι που αγωνιζόταν να μας ζήσει τα εφτά από τα οχτώ παιδιά που της απόμειναν (μια αδελφή μου πέθανε στον εμφύλιο πού κρυβόμασταν στις σπηλιές, οχτώ χρονώ από άγνωστη αιτία.). Ένοιωθα πολύ ξένος, εργένης, έφηβος στην πόλη. Τότε άρχισα και κατέγραφα την γλώσσα μου, ζωγράφιζα τον κόσμο πού είχα ζήσει. Φτώχεια οικτρή, ώσπου τέλειωσα την Μέση Παιδεία Δεν είχα βιβλία, παρά μόνο δανεικά από ξαδέρφια μου μεγαλύτερα. Καταλάβαινα και ερμήνευα τα αρχαία κείμενα πανεύκολα γιατί έμοιαζαν με το ιδίωμα που μιλούσα. Περίμενα πώς και πώς να ‘ρθούνε διακοπές και καλοκαίρι να πάω στο χωριό (με το καράβι πάντα). Τότε συνέχισα την διακεκομμένη ζωή μου. Ξανάβρισκα τους γέροντες, πήγαινα να βοσκήσω ζώα. πρόφταινα τον θέρο και του Αλωνάρη. όλο το καλοκαίρι, την αρχή του φθινοπώρου. Μάζευα ελιές αργότερα στις γιορτές, πρόφταινα το λιοτριβείο (μια φορά, φοιτητής το '68, μπήκα και δούλεψα με τον αρχέγονο τρόπο του, με μουλάρι κλπ.). Κυνηγούσα (Σεπτέμβρης) με σφεντόνα και απόχη, με μια καραμπίνα μετά τα δεκατέσσερα. Έκανα καταδύσεις και άρχισα να ψαρεύω με ψαροντούφεκο, για να συγκεντρώνω χρήματα, όσο θα σπούδαζα. Ήμουνα από τους δύο-τρεις δύτες της περιοχής. Ταυτόχρονα δεν παρέλειπα να γράφω και να ζωγραφίζω, ενώ οι σάτιρες για γούστο τα καλοκαίρια έβγαιναν πλήθος, όπως συνηθίζαμε. Ελάχιστες κατάγραφα. Όπως και λίγα σχέδιά μου περιέσωσα αργότερα.
Κρατούσα σημειώσεις απ' το 1961 σε θρύλους, γενεαλογίες κλπ. απ' όλους τους γέροντες που ήταν τότε 80 ή 90 «και» χρονώ. Τότε ξεκίνησα να γράφω έπη και ποιήματα. Τότε ξεκίνησα την συγγραφή ενός έπους που να έχει το σύνολο των α) ελληνικών ιστορικών περιπετειών, β) της φιλοσόφησης και μύησης και γ) την διάσωση της δικής μας γλώσσας, που μιλιόταν «ακέραιη» ακόμα.
Πολλοί παλαιότεροι λόγιοι (αστικής προελεύσεως) προσεγγίσανε το επικό είδος της ποίησης. Αλλά από την ατολμία, εγωισμό ή έλλειψη ποιητικού ταλέντου ή άγνοια της γλώσσας σε βάθος του Καζαντζάκη, ως την «μαλλιαρή» προσέγγιση με δημοτικολογιοχαχισμό του Πάλλη, το κενό έχει μείνει για το «τρύγημα» της λαϊκής γνήσιας κουλτούρας. Ξεκίνησα το «έπος» αυτό παράλληλα με άλλα έμμετρα. Ταυτόχρονα ανέκυψε η γλωσσική ερμηνεία (=λεξικό) των γραφτών μου. Αμέσως μετά η περιγραφή της ζωής που χανόταν. Σαράντα πέντε χρόνια «ψάχνοντας» στην ψυχή τη δική μου, του διπλανού μου, τα σπλάχνα του αληθινού και ατόφιου Ελληνισμού ή ότι απόμεινε απ' αυτόν - ιδιαίτερα σ' αυτά τα χρόνια της επέλασης της τεχνολογίας - και κυρίως από τον Ψυχισμό του. τον αληθινότερο, την μη κατεστημένη Γλώσσα και τα ιδιώματά της, τον Λαϊκό Πολιτισμό, τις Παραδόσεις και όλα όσα σηματοδοτούν ή άμεσα εκφράζουν τις καταγωγές των πληθυσμικών συνόλων -χωρίς μύθους - και τα ιστορικά πεπραγμένα.. Έχοντας «εφοδιαστεί» με σκάφανδρο την υλική και πνευματική Ελευθερία, την παλαιά (και οσημέραι μειούμενη πλέον) μεγάλη ζωτικότητα και ορμή και πάθος «κατέγραψα», ό,τι αισθανόμουνα, μάθαινα, έβλεπα, διαπίστωνα.
Εμορφοποίησα τότε ένα έπος (το «Κήρυκος») και, αργότερα σε μια μεγάλη ενοραχική «έκρηξη», το επικολυρικό «Λιόκαρης». Τόλμησα να τα γράψω σε «ντόπια» γλώσσα Αλλά όχι «εντελώς» ντόπια. Πιο κοντά στο δημοτικό τραγούδι και στην κοινά καταληπτή ελληνική γλώσσα Ωστόσο (ο «Λιόκαρης» πιο πολύ) έχουν πιο έντονη την Ταινάρια γλώσσα. Στο μεταξύ εργάστηκα στο «Ιστορικό Λεξικό» της Ακαδημίας σαν φοιτητής. Είχα όμως αναπτύξει μετά, στα είκοσι ένα χρόνια μου και μετά, έντονη πολιτική δραστηριότητα. Όχι τόσο εναντίον στην συγκεκριμένη δικτατορία, όσο στο «κατεστημένο» γενικά και στην «οπτική» της κοινωνίας αυτής, της τόσο απνευματικής και ιδίως αντιποιητικής, πράγμα που κάνω ως τα σήμερα Όταν οργανώσαμε την κατάληψη της Νομικής (Φεβ. 1973) είχα ήδη εκδώσει τον «Λιόκαρη» και «Σκέψεις» σε πολυγραφημένα αντίτυπα (το 1968) και ήδη είχα εκθέσει ζωγραφικά έργα μου, από εκατοντάδες που είχα κάνει. Στην κατάληψη εκείνη με χτύπησαν κι έφτασα στο θάνατο. Μ' έσωσε ο γιατρός Ανδρ. Μοράκης και η αδελφή του Γεωργία.
Μετά έκανα μεγάλη έκθεση (Μάης 1973) και αργότερα οργάνωσα μαζί με φίλους την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Από την Ακαδημία με είχαν προ πολλού απολύσει. Έκανα κινούμενα σχέδια, ενώ ουσιαστικά κρυβόμουν: Άλλαξα την περίοδο 1967-1974, γύρω στα δεκαπέντε σπίτια στην Αθήνα (Συγκεκριμένα: 1967-69 έξι στο Αιγάλεω. 1969 Μπενάκη-Κέντρο Αθήνα. 1970 Ομόνοια Αθήνα. 1971 Αγ. Παρασκευή. 1972 Ερεσσού-Κέντρο Αθήνα. 1973 Παγκράτι-Αθήνα. 1973 Ιουλιανού-Κέντρο Αθήνα. 1973 Κορωπί. 1973 Παγκράτι-Αθήνα. 1973 Κοδριγκτώνος-Βικτώρια Αθήνα. 1974 Χαλκοκονδύλη-Κέντρο Αθήνα. κλπ., ώσπου πήγα στρατιώτης, μετά την επιστράτευση (1975-1976). Παράλληλα φοίτησα σε σχολή σκηνοθεσίας (1971-74).
Εξέδωσα «τυπωμένο» το «Λιόκαρη» το 1974 Μάρτη, ενώ έκανα απανωτές εκθέσεις ως την επιστράτευσή μου. Μετά την απόλυσή μου απ' το στρατό, όπου υπηρέτησα σαν πυροβολητής-ναρκαλιευτής σε «μονάδα επιτηρουμένων» αμφισβητιών, ταξείδεψα (πριν είχα στέρηση διαβατηρίου) σε Αίγυπτο και Ευρώπη και εξέδωσα το βιβλίο μου «Σύντομη Ιστορία της Μάνης» και πολλά άλλα στη συνέχεια για τον τόπο, αφού έβλεπα ότι κανείς δεν είχε ασχοληθεί με την περιοχή με κάποια αμεσότητα Τότε εργαζόμουν σαν καλλιτέχνης-συντηρητής τοιχογραφιών και έβγαζα αρκετά χρήματα, καθώς και από την ζωγραφική, ζώντας λιτότατα κι έτσι εξέδωσα αρκετά αντιεμπορικά βιβλία Στις «ανάπαυλές» μου στην Μάνη (καλοκαίρια κυρίως) συνέχιζα κι έγραφα το έπος που διογκώθηκε στον στρατό. Ωστόσο συνολικά δεν το είχα μορφοποιήσει ούτε βέβαια και υπήρχαν προοπτικές οικονομικές, αν εκδοθεί, να πάρει πίσω στοιχειωδώς το μεγάλο κεφάλαιο που απαιτείτο (και τώρα δεν έχει τέτοιες προοπτικές): Η υποτιθέμενη «άνοδος του βιοτικού επιπέδου» είναι παράλληλη με την «κάθοδο» στην πνευματική αναζήτηση. Στο μεταξύ ο τόπος μου άρχισε να αλλοιώνεται. Κανείς δεν ασχολείται με την γλώσσα του.
Εξέδωσα το 1999 ένα έπος από τον «Κύκλο» μου που έλεγα «Όρφαλών» και μαζί τον «Κύρηκο». Το μεγάλο έπος παρέμενε ασχημάτιστο και ανέκδοτο, εκτός από ιδέες του που «διέσπειρα» προφορικά ή δημοσίευα σε άλλα βιβλία μου («Άνθη της Πέτρας» 1990, «Αληθινή και εκ των ένδον» Ιστορία του «Ελληνισμού» 1998, «Ατλαντίδα, Αρχαίοι Λαοί και Ελληνισμός» 2000, «Λησμονημένοι Ήρωες και Ηρωίδες» κλπ.).
Κατά το 2006 έγραψα πάνω από 100.000 στίχους για να συνδέσω τους ήδη υπάρχοντες. Τελείωσε τέλος του 2006, αρχές 2007. Τώρα πώς θα δημοσιευτεί ολόκληρο: Δεν γνωρίζω.
Στην παρούσα έκδοση δημοσιεύω ένα τμήμα του: την αρχή. Αν αξιωθώ θα δημοσιεύσω και τα υπόλοιπα. Και το «Γλωσσάρι», που ουσιαστικά δεν είναι παρά η καταγραφή, κατά το δυνατόν, τού συνόλου του ιδιώματος-διαλέκτου της παραταινάριας Μάνης.




Σελίδες: 688
Έκδοση: ΑΠΕΛΛΑ ΕΛΛΗΝΩΝ
Τιμή: 130,00€


Άλλα βιβλία από την κατηγορία: Διάφορα
Σελ. 1 από 7

ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΑ - ΦΡΕΓΑΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ


ΧΑΡΗΣ ΔΑΜΙΑΝΑΚΟΣ

ΑΛΛΟΥ ΚΑΙ ΚΑΠΩΣ
Η "καθ ημάς" Δεξιά

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΟΥΔΗΣ

ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΚΑΛΚΕΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΚΩΝ/ΝΟΥ - ΠΑΥΣΑΝΙΑ - ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΥ 1910-2010
Το χρονικό μιας οικογένειας νομικών

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΛΟΥΧΟΣ

ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΕΥΚΑΙΡΙΑΚΩΝ ΘΑΛΑΣΣΙΝΩΝ

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ

ΕΛΛΗΝΟΒΙΒΛΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ Δ. ΚΑΣΣΗΣ

 
< προηγούμενη    1 2 3 4 5 6 7    επόμενη >